Παρά το γεγονός ότι κατά την παγκόσμια υγειονομική κρίση η Ελλάδα αναδείχθηκε πρωταθλήτρια στην αντιμετώπισή της και αυτό, βεβαίως, πολιτικά πιστώνεται στην κυβέρνηση, εντούτοις στη χώρα μας, όπως άλλωστε και σε ολόκληρο τον κόσμο, το πρόβλημα είναι η επόμενη ημέρα στην οικονομία.

Γιατί η πανδημία δημιούργησε συνθήκες βαθιάς ύφεσης, τουλάχιστον μέσα στο τρέχον έτος. Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει ήδη μια σειρά μέτρων για την αποκατάσταση των ζημιών στις επιχειρήσεις και των απωλειών στο εισόδημα των εργαζομένων, ενώ το συμφωνηθέν πακέτο οικονομικής βοήθειας από την Ε.Ε. για τις πληγείσες χώρες προσφέρει σημαντικά ποσά στη χώρα μας, αντίστοιχου ύψους προς το 1/6 του ΑΕΠ.

Με αυτές τις οικονομικές δυνατότητες φαίνεται ότι η κυβέρνηση μπορεί να εδραιώσει την πολιτική κυριαρχία της σε αυτό το μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας που συνιστά τη μεσαία τάξη, η οποία επλήγη βάναυσα στα χρόνια της κρίσης και συμπίπτει με τον μεσαίο χώρο που είχε αποτελέσει παλαιότερα το εκλογικό ατού της Νέας Δημοκρατίας.

Η σημερινή, συντριπτική αποδοχή της Ν.Δ. από τη μεσαία τάξη ουσιαστικώς αποτελεί την επιβεβαίωση ευρημάτων έναν μήνα μόλις μετά τις εκλογές του Ιουλίου του 2019, σύμφωνα με τα οποία οι προσδοκίες των πολιτών για την αποκατάσταση της μεσαίας τάξης στη συγκριτική αναφορά μεταξύ των κ. Μητσοτάκη και Τσίπρα αναδείκνυαν τον πρώτο ως ικανό να επιτύχει την αποκατάσταση αυτή με διαφορά μάλιστα 12 ποσοστιαίων μονάδων (34% ο κ. Μητσοτάκης και 22% ο κ. Τσίπρας).

Επιπλέον σημαντικό στοιχείο όσον αφορά στην κοινωνική αυτή πεποίθηση -που επιβεβαιώνεται σήμερα- είναι το γεγονός ότι ο κ. Μητσοτάκης υπολειπόταν μόνο μίας ποσοστιαίας μονάδας του ποσοστού όσων απάντησαν ότι «Κανένας» από τους δύο δεν θα μπορούσε να αποκαταστήσει τη μεσαία τάξη (ποσοστό 35%). Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του διέψευσαν μήνες μετά το ποσοστό αυτό.

Όπως παρατηρούν στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» αναλυτές των ερευνών της κοινής γνώμης, στο ερώτημα που πλέον κυριαρχεί για την επόμενη ημέρα και σχετίζεται με το οικονομικό μέλλον της χώρας και τις επιπτώσεις του στο πολιτικό κόστος της κυβέρνησης, αφαιρούν από τη σχετική εξίσωση ένα ποσοστό 10% του ελληνικού πληθυσμού (δηλαδή, περίπου 1.000.000 πολίτες) που υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε πανδημία. Επομένως συναρτούν την όποια ύφεση όχι από την υγειονομική κρίση, αλλά από το γεγονός ότι η κυβέρνηση την αντιμετώπισε! Έτσι η γενικότερη ανησυχία για το εισόδημα, που ενδιαφέρει τους πάντες, εξαιρεί αυτούς που πάντοτε διαμαρτύρονταν.

ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ

Αντιθέτως, εξαιτίας του δημογραφικού και του αυξημένου στην Ελλάδα προσδόκιμου ζωής, οι συνταξιούχοι και γενικώς οι άνω των 60 ετών αποτελούν μία πολύ ισχυρή πλειοψηφία στον ελληνικό πληθυσμό και, βεβαίως, μεγάλο κομμάτι της μεσαίας τάξης. Αυτοί όλοι εμφανίζονται ιδιαιτέρως ικανοποιημένοι, διότι δεν έχουν υποστεί σημαντικές απώλειες.

Πράγματι, επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ στους συνταξιούχους το μέσο ετήσιο φορολογούμενο εισόδημα μειώθηκε περαιτέρω κατά 13,01% απ’ όσο είχε μειωθεί εξαιτίας των πρώτων μνημονίων. Έχασαν, δηλαδή, επιπλέον 1.771 ευρώ κατά μέσο όρο ή, όπως προκύπτει, «κόπηκε» 1,5 σύνταξη σε σύγκριση με όσα έπαιρναν.

Επίσης, και οι ώριμες ηλικίες από 45 έως 60 ετών, λόγω της πολυετούς ζύμωσής τους με τη ζωή (έχοντας κάνει οικογένεια) και με την αγορά επικροτούν τη στάση της κυβέρνησης. Οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες ενώ επί κυβέρνησης Σαμαρά είχαν δηλώσει έσοδα 5,02 δισ. ευρώ, τρία χρόνια μετά δήλωναν εισοδήματα μειωμένα κατά 1,6 δισ. ευρώ. Βεβαίως, και το τμήμα των ηλικιών αυτών εντάσσεται στη με-σαία τάξη, στην οποία τελικώς ανήκουν οι 8 στους 10 Έλληνες.

Το γενικό συμπέρασμα για τη συμπεριφορά της κοινωνίας όσον αφορά την επόμενη ημέρα στα οικονομικά είναι, όπως εκτιμούν οι αναλυτές των δημοσκοπικών στοιχείων, ότι «ανησυχούν μεν, αλλά δεν επηρεάζεται η συνολική εικόνα της κυβέρνησης». Κυρίως λόγω: (α) της νωπής ανάμνησης της επιδρομής του ΣΥΡΙΖΑ σε φόρους και εισφορές, σε αντίθεση με τον εξορθολογισμό που ήδη εφαρμόζει η κυβέρνηση, (β) της σύγκρισης που γίνεται μεταξύ των ενισχύσεων που αποφασίστηκαν από την Ε.Ε. και αναλογούν σε δισεκατομμύρια ευρώ για την Ελλάδα και της αποτυχημένης -ευτυχώς- προσπάθειας της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να φύγει από την ευρωζώνη και να επανέλθει η χώρα στο εθνικό της νόμισμα, καθεστώς βεβαίως που θα απέκλειε ενισχύσεις, δάνεια και επιδοτήσεις. Και (γ) λόγω του ότι πεποίθηση της κοινωνίας, που συνεχίζει να επηρεάζει θετικά την κοινή γνώμη έναντι της νεοδημοκρατικής κυβέρνησης, είναι ότι πλέον με το κόμμα αυτό στην εξουσία, η χώρα έχει επιστρέψει σε μία κανονικότητα που είχε λείψει, παρά το γεγονός ότι η πανδημία διαμόρφωσε νέες συνθήκες.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παραπολιτικά το Σάββατο 06 Ιουνίου