Εν μέσω πανδημίας της νόσου Covid19 και των συνθηκών οικονομικής ασφυξίας που επικρατούν, οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών -γνωστές ως «εισπρακτικές»-, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων καθώς και οι δικηγορικές εταιρείες, οι οποίες λόγω υποδομής και στελέχωσης λειτουργούν, ως οιονεί «εισπρακτικές», συνεχίζουν να ενοχλούν με αμείωτο ρυθμό οφειλέτες, ανεξάρτητα αν περιλαμβάνονται σε πληττόμενες ομάδες.

Γράφει η δικηγόρος Αριάδνη Νούκα
Το φαινόμενο αυτό καταγγέλθηκε από καταναλωτικές οργανώσεις, τόσο στο πρώτο, όσο και στο δεύτερο lockdown και παρά την παρέμβαση του αρμοδίου Υπουργού, οι οχλήσεις συνεχίζονται και μάλιστα με τη χρήση καταχρηστικών και αθέμιτων πρακτικών. Αποκαλυπτικά είναι και τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα για τον αριθμό σχετικών καταγγελιών που έλαβαν χώρα το έτος 2020 και παρατηρούνται αυξημένες -αδιανοήτως- συγκριτικά με το έτος 2019. Ειδικότερα, στην επίσημη ανακοίνωση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων αναφέρθηκαν για το έτος 2020 συνολικά 274 καταγγελίες καταναλωτών που υποβλήθηκαν στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή για παράνομη όχληση από εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για ληξιπρόθεσμές οφειλές τους, που προκάλεσαν την επιβολή 19 διοικητικών κυρώσεων συνολικού ύψους 231.000 ευρώ, ενώ για το έτος 2019 ο αντίστοιχος αριθμός καταγγελιών ανερχόταν συνολικά σε 185 με επιβολή 49 διοικητικών κυρώσεων συνολικού ύψους 470.000 ευρώ. Σημειωτέον ότι οι αριθμοί αυτοί δεν αποκαλύπτουν την πραγματική διάσταση του προβλήματος, διότι υφίστανται πλείστες περιπτώσεις οφειλετών και δη δανειοληπτών που δεν έχουν προβεί σε καταγγελία.
Μέγιστη εντύπωση προκάλεσε η επιστολή που αναγκάστηκε να απευθύνει ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών -τον περασμένο Απρίλιο- στον Διοικητή Της Τράπεζας Ελλάδος καταγγέλλοντας τις συνεχείς τηλεφωνικές οχλήσεις σε ιατρούς – μέλη του και κυρίως το απαράδεκτο ύφος κατά τις συνομιλίες, απαιτώντας από την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά και από το σύνολο των Ελληνικών Τραπεζών, επί λέξει «να σταθούν επιτέλους στο ύψος των περιστάσεων και να γίνουν αρωγοί στα μεγάλα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ιατρικός κλάδος, άλλως μοιάζει μόνο κατ΄ επίφαση οι Έλληνες πολίτες και η Πολιτεία να αναγνωρίζουν ότι οι γιατροί βρίσκονται στην πρώτη γραμμή στη μάχη κατά του κορωνοϊού».
Η παραβατική συμπεριφορά των προαναφερόμενων εταιρειών συνίσταται κυρίως σε όχληση οφειλετών πριν από την πάροδο των δέκα ημερών από την ημέρα που κατέστη ληξιπρόθεσμη η οφειλή τους, τηλεφωνικές κλήσεις σε χώρο εργασίας, ή σε τρίτους, συνήθως συγγενικά πρόσωπα, όχληση παρά την ύπαρξη ρύθμισης των οφειλών που τηρείται, παραπλανητική πληροφόρηση, επίδειξη προσβλητικής συμπεριφοράς, καθώς και καθημερινή όχληση, παρά την επιτρεπόμενη κάθε δεύτερη ημέρα. Κι ενώ για την παραβατική συμπεριφορά των εταιριών ενημέρωσης και των εταιριών διαχείρισης προβλέπεται (ν. Ν.3758/2009) η επιβολή προστίμου από 5.000 έως 50.000 ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής διπλασιασμός αυτού και προσωρινή διαγραφή από το μητρώο που τηρείται στο Υπουργείο Ανάπτυξης, καθώς και οριστική διαγραφή σε περίπτωση περαιτέρω υποτροπής, τα δικηγορικά γραφεία και οι δικηγορικές εταιρείες, δεν υπάγονται στους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις του ανωτέρω νομοθετήματος καθώς και στο σύστημα των προεκτεθέντων διοικητικών κυρώσεων, ούτε μπορούν να υπαχθούν με ρητή νομοθετική πρόβλεψη, όπως επισημαίνεται και στην υπ΄αριθμ. 598/2012 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου. Υπάγονται μόνο σε πειθαρχικό έλεγχο και κυρώσεις από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο.
Δοθέντων τούτων, είναι αδήριτη ανάγκη η ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας για τη θέσπιση ενός πλαισίου αυστηρότερων κανόνων επικοινωνίας και όχλησης των οφειλετών και κυρίως ιδιαίτερα αυστηρών διοικητικών ποινών στους εντολείς των δικηγορικών γραφείων και δικηγορικών εταιρειών, με στόχο να περιοριστούν οι καταχρηστικές συμπεριφορές και να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή προστασία του πολίτη. Ο περιορισμός όμως των φαινομένων παράνομων και αθέμιτων συμπεριφορών, απαιτεί και την αντίδραση των πολιτών – οφειλετών, οι οποίοι πρέπει αδιαμφισβήτητα να καταγγέλουν αυτές στην Γενική Γραμματεία Καταναλωτή και στον τηλεφωνικό αριθμό 1520, αναφέροντας την επωνυμία της εταιρείας ενημέρωσης, τον τηλεφωνικό αριθμό της κλήσης, την ημερομηνία και την ώρα αυτής, το όνομα του υπαλλήλου που κάλεσε και την μη σύννομη συμπεριφορά.
Επισημαίνεται ότι αθέμιτες και παραπλανητικές πρακτικές είναι οι ακόλουθες:

η εμφάνιση των καλούντων (υπαλλήλων) υπό ιδιότητες που δεν διαθέτουν όπως υπαλλήλων των δανειστών, δικηγόρων ή δικαστικών επιμελητών κατά την επικοινωνία με τον οφειλέτη
η άσκηση σωματικής βίας, ψυχολογικής πίεσης περί διακινδύνευσης του επαγγέλματος, των περιουσιακών στοιχείων ή της ζωής του οφειλέτη ή των οικείων του
η επίδειξη προσβλητικής συμπεριφοράς ή η χρήση προσβλητικών εκφράσεων εναντίον του οφειλέτη ή και των οικείων του
η δυσφήμιση ή η απειλή δυσφήμισης του οφειλέτη στο οικογενειακό ή εργασιακό περιβάλλον του
η εκμετάλλευση περιστάσεων αντικειμενικής αδυναμίας του οφειλέτη
η απειλή λήψης μη νόμιμου μέτρου
η παραπλανητική πληροφόρηση
οι κατ’ οίκον ή στο χώρο εργασίας του οφειλέτη επισκέψεις, καθώς και οι επισκέψεις σε άλλους χώρους αυστηρώς προσωπικούς
η όχληση των οικείων προσώπων του οφειλέτη
η παραπλανητική χρήση και παρουσίαση εγγράφων που δημιουργούν εσφαλμένα την εντύπωση ότι πρόκειται για δικαστικά έγγραφα
Η οποιαδήποτε επικοινωνία που περιλαμβάνει ανακριβείς πληροφορίες σχετικά με τις συνέπειες αθέτησης πληρωμών
η επικοινωνία για οφειλές οι οποίες απορρέουν από γενικούς όρους συναλλαγών που έχουν κριθεί κατά χρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις
η επικοινωνία για οφειλές οι οποίες απορρέουν από γενικούς όρους συναλλαγών που έχουν κριθεί κατά χρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.
Υπογραμμίζεται τέλος, ότι η σύννομη επικοινωνία λαμβάνει χώρα μία φορά ανά δύο ημέρες, κατά τις εργάσιμες ημέρες 9:00 – 20:00, με την εμφάνιση του τηλεφωνικού αριθμού κλήσης, την γνωστοποίηση των στοιχείων και της ιδιότητας του καλούντος υπαλλήλου καθώς και της εταιρείας (επωνυμία και αριθμό μητρώου), καθώς και του σκοπού της επικοινωνίας, και την αναφορά, ότι η κλήση καταγράφεται, τα στοιχεία της οποίας διατηρούνται για ένα έτος.