Ένας Έλληνας από την Θάσο, βρέθηκε στο τεχνικό τιμ των ακαδημιών του Ερυθρού Αστέρα χάρη στην δική του επιμονή και υπομονή.

Ο Τέλμαν Παπαδόπουλος διηγείται την πορεία του στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, την εμπειρία του από την Ισπανία, και την θέση που πήρε στους Σέρβους. Γεννήθηκε στην Τιφλίδα το 1991, από Έλληνες γονείς. Τρία χρόνια μετά ήρθε με την οικογένειά του στη Θάσο. Είχε σαν όνειρο να παίξει στην Βαλένθια, που ήταν η αγαπημένη του ομάδα στην Ισπανία.

Πήγε εκεί για δοκιμαστικά, χωρίς κανέναν ατζέντη, αλλά δυστυχώς δεν τον δέχτηκαν, σε αντίθεση με την Βιγιαρεάλ, όπου πήγε να δοκιμαστεί.

Έπειτα, συνέχισε την πορεία του στο ποδόσφαιρο, από το πόστο του προπονητή. Ξεκίνησε από το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα της ΕΠΣ Καβάλας στην Θάσο, και από εκεί κατέληξε ξανά από μόνος του, χωρίς την βοήθεια κανενός, στις ακαδημίες του Ερυθρού Αστέρα.

Είναι ο μόνος ξένος προπονητής στην ομάδα του Βελιγραδίου, και ο πρώτος Έλληνας στις ακαδημίες του συλλόγου.

Ο Τέλμαν Παπαδόπουλος μίλησε για όλα όσα έχει πετύχει και κυρίως ότι έφτασε στο επίπεδο που έφτασε σήμερα, με τις δυνάμεις του και χωρίς κάποιον μάνατζερ, ο οποίος θα μπορούσε να τον προωθήσει σε κάποια ομάδα είτε ως ποδοσφαιριστή είτε ως προπονητή.

Μας διηγήθηκε τις θυσίες που έκανε για να τα πετύχει όλα αυτά, οι οποίες είναι απαραίτητες αν θέλει να διεκδικήσει κανείς τους στόχους του. O 29χρονος τεχνικός μίλησε παράλληλα και για τις θυσίες που έκανε προκειμένου να φτάσει σήμερα στον Ερυθρό Αστέρα.

Πώς γεννήθηκε η “σπίθα” μέσα σου για να γίνεις ποδοσφαιριστής;

“Ο πατέρας μου έπαιζε ποδόσφαιρο στην ΕΣΣΔ σε ημι-επαγγελματικές κατηγορίες. Όταν ήρθαμε στην Ελλάδα, ήθελε να με βάλει σε μια ομάδα ποδοσφαίρου και με έβαλε στον Θεαγένη Θάσου, μαζί με τον αδερφό μου, ο οποίος είναι έναν χρόνο μικρότερος από εμένα. Θυμάμαι με τον αδερφό μου παίζαμε μικροί μπάλα συνέχεια στο σπίτι αλλά και σε αλάνες”.

Ποια ήταν η πορεία σου ως ποδοσφαιριστής μέχρι να πας στην Ισπανία;

“Στα 14 έπαιξα στον Θεαγένη Θάσου που έπαιζε στην Δ ’Εθνική. Την πρώτη σεζόν έπαιξα 27 παιχνίδια. Στα 17 μου πήρα μεταγραφή στο Λεωνίδιο, και μετά από έναν χρόνο πήγα στον Βρασίδα Νέας Περάμου. Μέχρι τα 19 είχα 100 συμμετοχές.

Στην αρχή μου άρεσε πολύ και είχα πολλά κίνητρα, αλλά μετά έβλεπα την κατάσταση στην Ελλάδα και απογοητευόμουν, και έτσι αποφάσισα να κάνω το όνειρό μου να πάω στην αγαπημένη μου ομάδα την Βαλένθια. Μάζεψα τα χρήματα, δουλεύοντας πέντε μήνες στα απορριμματοφόρα, και απλά χωρίς κανένα μέσο πήρα το πρώτο αεροπλάνο και πήγα στην Βαλένθια”.

Ποιες ήταν οι εμπειρίες που αποκόμισες από εκεί;

“Πήγα εκεί και τους είπα απλά «καλησπέρα ήρθα να δοκιμαστώ». Ξαφνιάστηκαν που πήγα μόνος μου χωρίς κάποιον μάνατζερ. Δεν με δέχτηκαν, παρότι επέμενα, καθώς έμενα σε ένα ξενοδοχείο δίπλα από το προπονητικό κέντρο.

Επειδή επέμενα, με έστειλαν μέχρι τον διευθυντή (ακαδημιών). Μου εξήγησε την όλη διαδικασία. Έπρεπε να στείλω ένα βίντεο με τα καλύτερα στιγμιότυπα από αγώνες μου, να δούνε το βίντεο και αν τους έκανα θα με καλούσαν για δοκιμαστικό. Εκείνη την ώρα εγώ σκεφτόμουν ότι δεν είχα τίποτα.

Πήγα στο προξενείο μήπως με βοηθήσουν εκεί. Ο πρόξενος με βοήθησε και με έστειλε στην Βιγιαρεάλ. Εκεί με δέχτηκαν. Ήταν απίστευτη εμπειρία. Προπονητής ήταν ο Μολίνα, παλιός τερματοφύλακας της Ντεπορτίβο Λα Κορούνια.

Ένιωσα ανατριχίλα όταν είπε το όνομά μου για πρώτη φορά. Έμενα εκεί στο προπονητικό κέντρο. Όλες οι ομάδες έτρωγαν μαζί. Θυμάμαι έτρωγα πρωινό και μεσημεριανό δίπλα στον Ντιέγκο Λόπεθ, τον Καθόρλα, και τον Μαρτσένα. Αυτοί οι δύο μήνες στην Ισπανία με επηρέασαν στην φιλοσοφία μου ως προπονητή”.

Γιατί επέλεξες να πας μόνος σου εκεί, χωρίς την βοήθεια κάποιου ατζέντη;

“Το έκανα γιατί δεν είχα κάποιον μάνατζερ ή μέσο. Πήρα άμεσα την κατάσταση στα χέρια μου, και ένας από τους λόγους ήταν ότι είχα απηυδήσει με την κατάσταση στην Ελλάδα και έβλεπα ότι δεν έχει μέλλον γι’ αυτό και πήγα στην Ισπανία που ήταν όνειρό μου.

Θα μπορούσα να ψάξω για διασύνδεση ή ατζέντη. Δεν ήθελα. Σίγουρα βοηθάνε πολλές φορές και υπάρχουν και κάποιοι καλοί άνθρωποι στην δουλειά, αλλά είναι γεγονός ότι πάντα είχα αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και στην κρίση μου”.

Ποια ήταν η αντίδραση της οικογένειάς σου σε όλο αυτό;

“Με στήριξαν απόλυτα. Μου είπαν πήγαινε και δοκίμασέ το, χωρίς δεύτερη σκέψη. Η στήριξη των γονιών μου, του αδερφού και της αδερφής μου ήταν άμεση. Μου ευχήθηκαν να μείνω εκεί”.

Πώς αποφάσισες να αλλάξεις καριέρα και να γίνεις προπονητής;

“Στην Ισπανία ήταν το κομβικό σημείο. Πήγα εκεί για να κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα. Αν έμενα εκεί, θα συνέχιζα. Αν όχι, επειδή είχα αποδεχτεί την κατάσταση στην Ελλάδα, δεν ήθελα να παίξω ποδόσφαιρο. Είχα προτάσεις από ομάδες Β΄και Γ΄εθνικής.

Κάποιοι μάνατζερ ενδιαφέρθηκαν να με προωθήσουν σε ομάδες εδώ στην Ελλάδα, αλλά δεν το ήθελα. Ήθελα να φύγω από το αθλητικό κομμάτι, παρότι συνέχιζα σε ομάδες είχα λίγο χρόνο συμμετοχής, αλλά δεν με ενδιέφερε. Γι’ αυτό επέλεξα να σπουδάσω αθλητική δημοσιογραφία, και μετά παρακολούθησα την σχολή προπονητών και πήρα το δίπλωμα”.

Ποια ήταν η πορεία σου ως προπονητής μέχρι να πας στον Ερυθρό Αστέρα;

“Ξεκίνησα την καριέρα μου μαζί με τον αδερφό μου (κάτοχο UEFA B) στον Αίαντα Παναγίας Θάσου, όπου είχαμε διπλό ρόλο, ήμασταν παίκτες προπονητές. Κάθίσαμε εκεί για 1.5 χρόνο, ενώ την δεύτερη χρονιά έπαθα ρήξη χιαστού.

Μετά πήγα στον Άρη Πρίνου, όπου είχα πάλι διπλό ρόλο, αν και έπαιζα λιγότερο ως ποδοσφαιριστής. Εκεί έπαθα ρήξη χιαστού και στο άλλο γόνατο, κάτι που με έριξε ψυχολογικά. Βασικό μου μέλημα ήταν να κάνω καλό στην κοινωνία, και όχι ο πρωταθλητισμός, και μετά να παίζουμε ωραίο ποδόσφαιρο, οργανωμένο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος.

Η ζωή στο νησί είναι δύσκολη τον χειμώνα, και πολύ άνθρωποι ψάχνουν να ασχοληθούν με κάτι και στρέφονται στο ποδόσφαιρο για να ψυχαγωγηθούν.

Τελευταία ομάδα ήταν ο Θεαγένης Θάσου. Ήταν η ομάδα των παιδικών μου χρόνων, και ήταν όνειρό μου να προπονήσω αυτή την ομάδα”.

Και πώς κατέληξες στον Ερυθρό Αστέρα;

“Η κοπέλα μου είναι από το Βελιγράδι, μένουμε εδώ μαζί κάτι που με βοήθησε πάρα πολύ. Πέρυσι ήρθα εδώ και παρακολούθησα τις προπονήσεις της ομάδας για ένα μήνα. Ήρθα και φέτος πριν την έξαρση του κορονοϊού γιατί ήξερα ότι δεν θα υπάρχει πρωτάθλημα για ένα διάστημα.

Όταν βγήκαμε από την καραντίνα, ψάχτηκα κατευθείαν για ομάδα. Παρακολουθούσα προπονήσεις της Σμεντέρεβο (Β’ Κατηγορία Σερβίας) και παιχνίδια. Εδώ στην Σερβία οι προπονήσεις αρχίσαν σχετικά νωρίς.

Ωστόσο αποφάσισα να πάω σε πιο ψηλό επίπεδο. Βρήκα στο ίντερνετ τον διευθυντή ακαδημιών του Ερυθρού Αστέρα.

Μιλήσαμε και του ζήτησα να ενταχθώ στην ομάδα. Μου είπε ότι ήταν αρκετά δύσκολο λόγω οικονομικών θεμάτων του συλλόγου, αλλά και γλώσσας, αλλά με προτρέπει να παρακολουθήσω όποιες προπονήσεις θέλω.

Έτσι και έγινε. Αυτοί περίμεναν να έρθω για 1-2 προπονήσεις αλλά εγώ έμενα στο γήπεδο για δέκα ώρες. Σημείωνα τα πάντα, ενώ έμαθα και την γλώσσα με την βοήθεια της κοπέλας μου. Είχα κερδίσει την εκτίμηση και τον σεβασμό όλων.

Τελικά μετά από 1,5 μήνα αποφάσισαν να με κρατήσουν. Στην αρχή ήθελαν να με βάλουν στην κ-14, ωστόσο είχα καλή σχέση με τον προπονητή της κ-17, Νίκολα Τζούροβιτς, με τον οποίο μοιραζόμασταν κοινές ιδέες για το ποδόσφαιρο.

Όταν έφυγε ο βοηθός του για άλλη ομάδα, εισηγήθηκε στην διοίκηση να είμαι εγώ ο βοηθός του”.

Ποια είναι η φιλοσοφία σου ως προπονητής, και ποιον έχεις ίνδαλμα;

“Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο. Έχω επηρεαστεί από το ισπανικό ποδόσφαιρο, κυρίως. Μου αρέσει το 4-4-2, αν και είναι δύσκολο σύστημα. Αγαπημένος προπονητής είναι ο Μαρθελίνο (πρώην των Σεβίλλη, Βαλένθια, Βιγιαρεάλ).

Μου αρέσει και ο Ποτσετίνο, καθώς με μηδαμινά μπάτζετ δημιουργούσε και εξέλισσε ποδοσφαιριστές, ενώ σε όποιον σύλλογο πήγε, τον μεγάλωσε”.

Μέχρι πoύ ονειρεύεσαι να φτάσεις στην προπονητική;

“Είμαι χαρούμενος που είμαι εδώ, και ήταν ένας από τους στόχους που πέτυχα. Τα επόμενα χρόνια μετά από ταπεινή δουλειά και εξέλιξη, τολμώ να πω ότι θα ήθελα να είμαι σε μία ομάδα του Champions League“.


πηγή:sport24.gr