“Ελένη, είσαι σίγουρη; 3,5 κουταλιές ζάχαρη στον καφέ; Αυτός δεν είναι καφές. Σιροπιαστό γλυκό είναι”….

– “Εγώ έτσι θέλω τον καφέ μου. Γλυκό σαν και εμένα”

– “….”

– “Ό,τι θέλει το κορίτσι μου”…..

Φεύγω γρήγορα για το κυλικείο, θα φέρω τους καφέδες μας, θα σταθούμε και οι δύο μπροστά στις πόρτες των δωματίων μας (η Ελένη κρατώντας και την προίκα της όπως λέει, το βαλιτσάκι με τους ορούς της) και θα αρχίσουμε την κουβεντούλα μας. Μια συζήτηση αληθινή, αμακιγιάριστη, χωρίς φτιασίδια και στολίδια. Έτσι αγνή και όμορφη όπως είναι και η ψυχή της Ελένης.

Την γνώρισα εδώ, μέσα στο Νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης, όπου εγώ ζω εδώ και 1,5 μήνα περίπου, ως συνοδός, γιατί ο Νικόλας μου ήθελε να μας τρομάξει λιγάκι. Καθημερινά λοιπόν κάποια λίγα ψώνια από το κυλικείο είναι απαραίτητα για όλους μας μια και δεν επιτρέπεται να βγούμε από την κλινική για κανέναν λόγο. Και αν βγούμε σημαίνει ότι δεν μας επιτραπεί να ξαναμπούμε. Αυτή η πανδημία άλλαξε τα πάντα….Από το κυλικείο λοιπόν καλύπτουμε όλες μας τις ανάγκες. Και κάθε φορά που άνοιγα την πόρτα του δωματίου μας, έβλεπα και ένα κοριτσάκι να με κοιτά, χωρίς να μου μιλάει στην αρχή, να με χαιρετάει δειλά στην συνέχεια μέχρι που μου μίλησε.

– “Μπορείτε όταν πηγαίνετε στο κυλικείο να μου φέρνετε έναν καφέ;”.

Αυτή ήταν η αρχή. Πέρασαν πάνω από 30 ημέρες και η σχέση μου με την Ελένη δυνάμωσε, θα τολμήσω να πω ότι στέριωσε, έγινε σχέση ζωής. Μπορεί το χρονικό διάστημα να είναι λίγο αλλά νομίζω πως αν η συνταγή είναι καλή η επιτυχία είναι δεδομένη από την αρχή.

“Στις 2 Νοεμβρίου έκανα το μνημόσυνο της αδελφής μου στις 3, μια ημέρα μετά και μετά από ένα επεισοδιακό συμβάν βρέθηκα στο Νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης. Θυμάμαι τις πρώτες στιγμές, όλα όσα πέρασα τις πρώτες ώρες,….θυμάμαι τις προσπάθειες των γιατρών της κλινικής, όλων αυτών των λαμπρών επιστημόνων που εγώπροσωπικά- αλλά νομίζω και πολλοί άλλοι – τους θεωρούμε θαυματοποιούς. Κερδίζουν την ζωή μας, παλεύουν μαζί μας, αγωνίζονται να μας χαρίσουν ένα υγιές αύριο. Αγωνίσθηκαν για να με κρατήσουν στην ζωή. Λαχτάρισαν μαζί μου.

Μαζί τους κάθε στιγμή, οι νοσηλευτές, αυτά τα αξιαγάπητα πλάσματα που πλέον είναι η οικογένεια μου. Το χαμόγελο τους, η καλή τους κουβέντα, η έννοια τους να μας σταθούν και να μας βοηθήσουν, να μας στηρίξουν. Είμαστε πια μια ομάδα που προσπαθεί. Και η προσπάθεια, ο αγώνας είναι τόσο μεγάλος που δεν μου επιτρέπει στιγμή να τα παρατήσω.

Είμαι η Ελένη Δζεμαλίδου, είμαι 41 χρονών και ζώ στο Νευροκόπι. Τους τελευταίους 4 μήνες έγινα κάτοικος Αλεξανδρούπολης. Άφησα πίσω το σπίτι μου, τον σύζυγο μου, τις δύο κόρες μου και όλους τους φίλους, όλους τους γνωστούς, όλη μου την ζωή.

Είμαι η Ελένη και αγωνίζομαι κάθε μέρα. Ακολουθώ πιστά τις οδηγίες των γιατρών, κάνω ό,τι μου λένε και αισιοδοξώ ότι θα καταφέρω και θα αφήσω πίσω την αρρώστια μου. Ναι η αλήθεια είναι πως η λευχαιμία είναι μια ασθένεια που ακούγοντας την το πρώτο πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι είναι ο θάνατος. Λάθος, μέγα λάθος!!!

Η ασθένεια αυτή παίρνει ό,τι της δίνεις εσύ να πάρει. Ότι της χαρίζεις εσύ…

Έρχεται χωρίς να σε ρωτήσει, αλλά και χωρίς να την ρωτήσεις εσύ μπορεί να την διώξεις από το κορμί σου, από την ζωή σου ……κι όλα αυτά τα λέω εγώ που για εμένα είναι ακόμα εδώ. Αν δεν αγαπήσεις τον εχθρό σου δεν θα καταφέρεις ποτέ να τον διώξεις πρέπει να βρεις την αδυναμία του και να του πείς “τώρα φεύγεις, άντε στο καλό”. Κι αυτό έχω σκοπό να κάνω. Ας μην ξεχνάμε πως έχω δώσει πολλές υποσχέσεις. Είπα ότι θα τα καταφέρω και θα τα καταφέρω. Άλλωστε υποσχέθηκα στη Νανά να φάμε πολλές πατάτες από το Νευροκόπι. Μην με θεωρήσει και ψεύτρα…..εγώ τις πατάτες θα τις προσφέρω, θα τις απολαύσω……άντε καλά. Θα δώσουμε και καμιά τηγανιά στο Νικόλα γιατί μου είπε ότι του αρέσουν πολύ!!!”.

Προσωπικά πιστεύω ότι αυτή η δύναμη της, το χαμόγελο της είναι τα εχέγγυα για να την βγάλουν νικήτρια στον αγώνα αυτό….Είμαι βέβαιη ότι πράγματι θα φάμε πολλές πατάτες και θα πιούμε πολλούς καφέδες από εδώ και στο εξής. Όλα θα είναι μια ανάμνηση. Κακή μεν, ανάμνηση δε.

– “Ελένη” την ρωτάω σε μια από τις πολλές κουβέντες που έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε από τις αντικριστές πόρτες των δωματίων μας; “Ξέρεις πόσοι άνθρωποι βγήκαν νικητές από αυτό που όλοι ονομάζουν ως ¨επάρατη νόσο¨ ;;; Χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη και αυτό γιατί δεν στάθηκαν εκεί που τους είπαν οι άλλοι αλλά θέλησαν να πάνε στην επόμενη γωνία και να κλείσουν ραντεβού με τα νέα δεδομένα της ζωής τους”.

“Να δώσω δηλαδή και εγώ ραντεβού; Θα πάω καλά;” αναρωτιέται. Ναι ασθένεια μου, είναι αλήθεια μπορείς να νικηθείς…Και θα το δώσω το ραντεβού. Το ραντεβού θα είναι μοναδικό και ελπιδοφόρο”.

– “Ελένη πιστεύω ότι έτσι είναι. Κι είναι αλήθεια με λίγη καλή θέληση, πίστη και δύναμη μπορεί να ιαθεί. Άλλωστε τα εκατομμύρια επιζώντες του καρκίνου σε όλον τον κόσμο μπορούν να το επιβεβαιώσουν”.

– “Μετά από τόσες μέρες μέσα στο νοσοκομείο ξέρεις τι πιστεύω; Ότι τελικά το μεγαλύτερο όπλο μας είναι η ψυχολογία… Όσο δεν σε πατάει εκεί, δεν μπορεί να πατήσει πουθενά αλλού. Μόλις σε δει να λυγίζεις παίρνει τα πάνω του κι αρχίζει να κάνει βόλτες. Ε όχι! Καλή μου λευχαιμία, το εισιτήριο που ψάχνεις από εμένα δεν πρόκειται να το βρεις ποτέ. Μιας και αποφάσισα το χαμόγελο μου να μην το διώξω ποτέ… Κι όταν λέω ποτέ εννοώ ποτέ!

Σαφώς και έχω πέσει ψυχολογικά, έχω θυμώσει, έχω τσαντιστεί με όλο αυτό αλλά προτιμώ μέσα στο χρόνο να είναι λίγες και μοναδικές οι στιγμές που να μου θυμίζουν απλά πως ο ρόλος μου δεν είναι να κάθομαι να μιζεριάζω και να κλαίω αλλά να μάχομαι μέχρι τέλους.

Σταμάτησα πια να θυμώνω με τους άλλους γιατί απλά κατάλαβα ότι δεν είμαστε όλοι για όλα… Σταμάτησα να απαιτώ πράγματα για εμένα και έμαθα να τα διεκδικώ… Σταμάτησα να κρατάω τα συναισθήματα μου για εμένα και ξεκίνησα να τα μοιράζομαι… Σταμάτησα να φοβάμαι και άρχισα να ζω…

Χαμόγελο και μονό χαμόγελο θέλει ο καρκίνος για να φοβηθεί για να τρομάξει και να καταλάβει πως στο δικό σου κορμί απέτυχε το στόχο. Έμαθα πολλά, έκανα πολλά. Παλεύω πολύ.

Είμαι η Ελένη, είμαι δυνατή, ζω και σας χαιρετώ!”……

– “Νανά μην ξεχάσεις, στον καφέ θέλω ακριβώς 3,5 κουταλιές ζάχαρη”….